Jump to content
eleftheria

Ελληνικές Παροιμίες [3]

Recommended Posts

Παίνεψε το σπίτι σου μην πέσει και σε πλακώσει.

Παπά παιδί διαβόλου εγγόνι.

Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο.

Πάρ' τον στο γάμο σου να σου πει και του χρόνου.

Παρηγοριά στον άρρωστο. ώσπου να βγει η ψυχή του.

Πέντε μήνες έναν κόμπο, ένα μήνα πέντε κόμπους.

Περήφανος καλόγερος, άδεια τα σακούλια του.

Πέρσι κάηκε, φέτος μύρισε.

Πες μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι.

Πέσε πίτα να σε φάω.

Πήγε μακριά η βαλίτσα.

Πήγε σαν το σκυλί στ' αμπέλι.

Πιάσ' τ' αυγό και κούρεψ' το.

Πιάστηκε σαν τον ποντικό στη φάκα.

Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.

Πίνει η κότα το νερό, μα κοιτάει και το Θεό.

Ποιος στραβός δε θέλει το φως του.

Πολλές φορές πάει η κολοκύθα για νερό, μία πάει και δε γυρίζει.

Που πας ξιπόλητος στ' αγκάθια;

Ποσ' απίδια πιάνει ο σάκος;

Πως πάνε κόρακα τα παιδιά σου; όσο πάνε και μαυρίζουνε.

Ρωτώντας παν στη πόλη.

Σ' εσένα το λέω πεθερά, για να τ' ακούσει η νύφη.

Σαν το χιόνι στον κόρφο του.

Σαν τις κακές συννυφάδες.

Σαν την καλαμιά στον κάμπο.

Σαν της Λαμπρής τ' αυγά.

Σε σάπιο σανίδι μην πατάς.

Σιγά μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου.

Σκόρπισαν σαν του λαγού τα πουλιά.

Σκυλί που γαβγίζει μην το φοβάσαι.

Σόι πάει το βασίλειο.

Στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα.

Στη βράση κολλάει το σίδηρο.

Στην αναβροχιά καλό και το χαλάζι.

Στην γειτονιά τριαντάφυλλο και μεσ' το σπίτι αγκάθι.

Στις εννιά του μακαρίτη, άλλος μπήκε μες' το σπίτι..

Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα.

Στους στραβούς κυβερνάει ο μονόφθαλμος.

Στραβός βελόνι εγύρευε μέσα στην αχυρώνα.

Σπίτι μου σπιτάκι μου και φτωχό καλυβάκι μου.

Τα λόγια σου με χόρτασαν και το ψωμί σου φάτο.

Συνηθισμένα τα βουνά από τα χιόνια.

Τ' αμπέλι θέλει αμπελουργό, το σπίτι νοικοκύρη.

Τα μισά της χιλιάδας πεντακόσια.

Τα στερνά νικούν τα πρώτα.

Της καλής προβατίνας της κρεμάνε το τροκάνι.

Της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά.

Τι έχεις Γιάννη; Τι είχα πάντα.

Τι κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω.

Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι.

Το ράσο δεν κάνει τον παπά.

Τι έχεις γέρο που χορεύεις; Δε μ' αφήνουν τα δαιμόνια.

Το μαγκούφι το κρασί, την καρδούλα μου τη σείει.

Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται.

Το ραβδί έχει δύο άκρες.

Το κοτόπουλο και η γυναίκα θέλουν χέρι.

Το λύκο τον ρωτούσανε, πούθε παν' τα πρόβατα.

Το σιγανό ποτάμι να φοβάσαι.

Τον χορεύει στο ταψί.

Το μυρμήγκι σαν είναι να χαθεί βγάζει φτερά.

Το καλό το παλικάρι ξέρει και άλλο μονοπάτι.

Το καλό το σύκο το τρώει η κουρούνα.

Το φτηνό το κρέας τα σκυλιά το τρώνε.

Το ποτάμι δε γυρίζει πίσω.

Το αίμα νερό δε γίνεται.

Το κατσίκι έφαγε χορτάρι, λύκος να φάει τη μάννα του.

Το κρύο με το σακί μπαίνει και με το βελόνι βγαίνει.

Το μάτι σπάει την πέτρα.

Το γινάτι βγάζει μάτι.

Το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη.

Το 'να χέρι νίβει το άλλο, και τα δυο το πρόσωπο.

Το πολύ το κύριε ελέησον το βαριέται και ο Θεός.

Το ποτάμι κοιμάται, ο οχτρός δεν κοιμάται.

Το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει.

Το χρήμα και ο βήχας δεν κρύβονται.

Το ψάρι από το κεφάλι βρωμάει.

Τον ξεδιάντροπο φτύνανε κι έλεγε ψιχαλίζει.

Τον τραβάει απ' το καπίστρι.

Τον φτωχό και το χωριάτη ξένη έγνοια το γερνάει.

Τον έπιασαν στα πράσα.

Του έβαλε τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι.

Του παιδιού μου το παιδί, είναι δυό φορές παιδί μου.

Του σχοινιού και του παλουκιού.

Του χαρίζανε ένα γάιδαρο και τον κοίταγε στα δόντια.

Του παπά η κοιλιά είν' αμπάρι, θέλει να φάει και να πάρει.

Του ΄ταζε λαγούς με πετραχήλια.

Του χάριζαν έναν γάιδαρο και αυτός τον κοίταζε στα δόντια.

Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν.

Τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι, έξι το λαδόξιδο.

Τρέμει σαν το φύλλο.

Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν.

Τώρα στα γεράματα, μάθε γέρο γράμματα.

Φαει κουμπάρε ελιές, καλό είν' και το χαβιάρι.

Φαίνεται το έχει η κούτρα σου ψείρες να κατεβάζεις.

Φασούλι τo φασούλι γεμίζει το σακούλι.

Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο .

Φέξε μου και γλίστρησα.

Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη.

Φούρνος να μην καπνίσει.

Φύλαγε τα ρούχα να έχεις τα μισά.

Φτωχό τ' αρνί πλατιά ουρά.

Φωνάζει ο κλέφτης για να φοβηθεί ο νοικοκύρης.

Χαρτιά γραμμένα, στόματα βουλωμένα.

Χώρια τα στέρφα από τα γαλάρια.

Χωριό που φαίνεται κολαούζο δεν θέλει.

Χέσε ψηλά και αγνάντευε.

Ψάλε δεσπότη, με πονεί το δάχτυλο μου.

Ψάχνει ψύλλους στ' άχυρα.

Ψωμί δεν έχουμε τυρί ζητάμε.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Δημιουργήστε λογαριασμό ή συνδεθείτε

Πρέπει να είστε μέλος για να έχετε την δυνατότητα να σχολιάσετε

Δημιουργήστε λογαριασμό

Εγγραφείτε γρήγορα, εύκολα, και δωρεάν.

Δημιουργία νέου λογαριασμού

Συνδεθείτε

Έχετε ήδη λογαριασμό?

Συνδεθείτε τώρα


Σχετικα με το shopforum.gr

Shopforum.gr: Η πρώτη κοινότητα καταναλωτών για ανταλλαγή χρήσιμων πληροφοριών όσον αφορά τις αγορές καθώς, και την αξιολόγηση των προϊόντων / υπηρεσιών που έχουν αγοράσει ήδη τα μέλη της.

Ακολουθήστε μας

Facebook

Τελευταία tweets

Διαφήμιση

×